Του Γιώργου Λουκά
Η ραγδαία εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού προκάλεσε βεβαίως
παγκόσμια αναταραχή και ανησυχία, αλλά, κυρίως, επέφερε πρωτόγνωρες
καταστάσεις, ανατροπές και περιορισμούς ατομικών και συλλογικών
ελευθεριών για τα δεδομένα των ευημερουσών δυτικών (ή δυτικού τύπου)
κοινωνιών. Τα μαζικά κρούσματα και οι εκατόμβες νεκρών, κυρίως στην
Ιταλία, οδήγησαν τις εθνικές κυβερνήσεις, σοκαρισμένες από τις εικόνες
στη γειτονική χώρα και υπό τον φόβο της κατάρρευσης των εθνικών τους
συστημάτων υγείας, στη λήψη από την κάθε μία τους μεμονωμένα και χωριστά
(και όχι, τελικά, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλων πανεθνικών
ή ομοσπονδιακών συστημάτων και οργανισμών) πρωτοφανών και δύσπεπτων για
τις κοινωνίες τους απαγορευτικών και περιοριστικών μέτρων.
Όλα αυτά ήρθαν για να μας θυμίσουν αυτό που οι εν λόγω ευημερούσες
κοινωνίες είχαν εντελώς ξεχάσει και είχαν λησμονήσει, αλλά, τελικά, και
αυτό που δεν έζησαν άλλωστε από τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου
Πολέμου και μετά, δηλαδή ότι, καθ’ όλη την ιστορία της ανθρωπότητας,
τίποτε δεν είναι και τίποτε δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο στη ζωή
των κοινωνιών. Οι δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες (αν εξαιρέσουμε... τους
90χρονους και άνω) δεν έζησαν απροσδόκητα γεγονότα, ικανά να
αναποδογυρίσουν μονομιάς ζωές χιλιάδων ή εκατομμυρίων ανθρώπων από τη
μία ημέρα στην άλλη.
Ξεχάσαμε, ή, για να το διατυπώσω καλύτερα, δεν ζήσαμε και, ευτυχώς,
δεν βιώσαμε τα εκατομμύρια θύματα, στρατιώτες και αμάχους, την πείνα,
τις απώλειες σπιτιών και περιουσιών και τις βίαιες μετατοπίσεις
πληθυσμών που προκάλεσαν οι δύο μεγάλοι πόλεμοι του 20ου αιώνα. Και
ακριβώς στο τέλος του Πρώτου Πολέμου ενέσκηψε και η περιβόητη ισπανική
γρίπη που "θέρισε" χιλιάδες κόσμου στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον
κόσμο.
Εδώ και μισό περίπου αιώνα τουλάχιστον η συντριπτική πλειοψηφία των
δυτικών κοινωνιών ξέχασε και ξεπέρασε το "άγχος της επιβίωσης", το οποίο
αντικαταστάθηκε από το ευκολότερα διαχειρίσιμο "άγχος της διαβίωσης". Η
πρωτόγνωρη και ασυνήθιστα μεγάλης διάρκειας, άνω των εβδομήντα ετών,
για τα ιστορικά δεδομένα ειρηνική και ήρεμη περίοδος που έζησε και ζει η
Ευρώπη, η ιλιγγιώδης τεχνολογική ανάπτυξη, αλλά, κυρίως, η αλματώδης
ανάπτυξη των ιατρικών επιστημών, οι οποίες διέγραψαν δια παντός από τον
ιατρικό χάρτη φοβερές και τρομακτικές ασθένειες, όπως η λέπρα, η
ελονοσία, η χολέρα κλπ, υπήρξαν οι βασικές αιτίες για τη δημιουργίας
μίας τέτοιας ευημερίας, κυρίως υλικής –το τονίζω–, που όμοιά της δεν
είχε ζήσει η ανθρωπότητα, ειδικά, μάλιστα, μετά την καθιέρωση του
διεθνιστικού καπιταλισμού ως του μόνου, πλέον, παγκοσμίως αποδεκτού
συστήματος ή, έστω, παγκοσμίως ακολουθούμενου τρόπου ζωής και σκέψης.
Ακόμα και οι κατά καιρούς μαζικές διαμαρτυρίες και κοινωνικές
αντιδράσεις στη Δυτική Ευρώπη (όχι, βεβαίως, όλες) τα τελευταία χρόνια
δείχνουν πολλές φορές την εντύπωση όχι ότι ξεσπούν (όπως γινόταν
συνήθως), αλλά ότι απλά οργανώνονται ή ενίοτε και υποκινούνται με σκοπό
είτε να αποδοκιμάσουν την προσήλωση στην υλική –και μόνο– ευημερία που
αναφέραμε, είτε να λειτουργήσουν, εν αγνοία τους και άθελά τους, προς
όφελος του Κεφαλαίου και επιχειρηματικών συμφερόντων, πιέζοντας τις
εθνικές κυβερνήσεις, είτε, και αυτό είναι το χειρότερο, να "σπάσουν τη
ρουτίνα" που προκαλεί αυτή η μακρόχρονη και αποκοιμίζουσα τις κοινωνίες
ευημερία, χωρίς, όμως, να έχουν κάποιο συγκεκριμένο σκοπό και κάποια
συγκεκριμένη στόχευση, αλλά προτάσσοντας, συνήθως, πολλά, διαφορετικά
και άσχετα μεταξύ τους και κάποιες φορές εξωπραγματικά αιτήματα, όπως,
για παράδειγμα, φαίνεται ότι συνέβη με τα "κίτρινα γιλέκα" στη Γαλλία.
Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι σκοπός του παρόντος άρθρου δεν είναι να
ασχοληθεί και να υπεισέλθει σε ζητήματα σύγκρισης μεταξύ οικονομικών και
κοινωνικών ιστορικών συστημάτων, αφού, σε περίπτωση φυσικών καταστροφών
ή επιδημιών, αφ’ ενός μεν το Κεφάλαιο διαπιστώνει πόσο αδύναμο είναι
τελικά μπροστά τα φαινόμενα αυτά, αφ’ ετέρου δε διακυβεύονται τα
ανθρώπινα δικαιώματα και οι ατομικές ελευθερίες, καθώς και κεκτημένα
εργασιακά δικαιώματα αιώνων σε τέτοιο βαθμό που λίγο τελικά μετράει ποιο
σύστημα κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης είναι το καταλληλότερο ή
το ανθρωπινότερο.
Αυτή η ασυνήθιστα μακρόχρονη ηρεμία και η νηνεμία στη ζωή των
δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών, αυτή η ατέλειωτη ευημερία, τις αποκοίμισαν
και τις έκαναν να ξεχάσουν και να διαγράψουν από το ιστορικό τους dna τη
δυστυχία, τη μιζέρια, την αθλιότητα, καθώς και την πανταχού παρούσα
μέχρι και τα μισά του 20ου αιώνα "μυρωδιά του θανάτου" ολόγυρά τους,
στους δρόμους και στις γειτονιές τους, στους συνανθρώπους τους, στους
συμπολεμιστές τους. Οι κοινωνίες αισθάνθηκαν άτρωτες και, πέραν των
άλλων, άρχισαν σιγά σιγά να υποτιμούν τη σημασία του Κράτους και να
απαξιώνουν την προστασία που αυτό προσφέρει στα μέλη τους. Η ζωή πλέον
θεωρείται για τις κοινωνίες αυτές δεδομένη και δεν είναι ούτε δώρο ούτε
ένας διαρκής αγώνας επιβίωσης, όπως αντιμετωπιζόταν πολύ παλαιότερα. Από
εκεί που ο θάνατος παραμόνευε παντού και ήταν η καθημερινότητα, σήμερα ο
παραμικρός θάνατος, εκτός του γενικά αποδεκτού πλαισίου, μας
συγκλονίζει και μας ταράζει σε πολύ μεγάλο βαθμό, ειδικά αν αναλογιστεί
κανείς ότι η διατήρηση πάση θυσία της ανθρώπινης ζωής, όποιας ηλικίας
και αν είναι αυτή, είναι εκ των ων ουκ άνευ, το υπέρτατο αγαθό για το
σύγχρονο πολιτισμό (βέβαια, παρ’ ολίγον το Ηνωμένο Βασίλειο να
"ξεστρατίσει" από την αδιαπραγμάτευτη αυτή αρχή με τον ιδιαίτερο τρόπο
σκέψης τους).
Φυσικό επακόλουθο του απολύτου σεβασμού και της με κάθε τρόπο
διατήρησης της ανθρώπινης ζωής, του περιορισμού των θανατηφόρων
γεγονότων και, φυσικά, της εντυπωσιακά μακρόχρονης ειρήνης και ηρεμίας
που οδήγησαν στην ευημερία ήταν οι δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες να
επαναπαυθούν και να θεωρήσουν καταστάσεις και πράγματα, μείζονος, αλλά
–με την πάροδο του χρόνου– και ήσσονος σημασίας, ως δεδομένα, όπως η
εργασία, τα εξ αυτής αποκτώμενα κέρδη και περιουσίες, η στέγη, οι
συνθήκες υγιεινής, η ελεύθερη μετακίνηση και κυκλοφορία, οι καλοκαιρινές
διακοπές, η ψυχαγωγία, η διασκέδαση κάθε μορφής και βαθμού κλπ.
Υπήρξαν, μάλιστα, και εποχές που χιλιάδες ή και εκατομμύρια Ευρωπαίων,
έχοντας εξασφαλίσει τα παραπάνω δεδομένα, έστρεψαν το ενδιαφέρον τους
στους παγκόσμιους χρηματιστηριακούς δείκτες και στις παγκόσμιες αγορές,
σε μετοχές και σε παράγωγα. Μοναδικό μέλημα των κοινωνιών αυτών έγινε,
όπως ήταν ανθρώπινο και λογικό (δεν το κατακρίνουμε σε καμία περίπτωση),
η διατήρηση αυτής της υλικής ευημερίας. Οι πρωταρχικές και αρχέγονες
ανάγκες των λίγο παλαιότερων κοινωνιών, όπως, για παράδειγμα, η
εξασφάλιση και η εξεύρεση τροφής, θεωρούνται πλέον ως το ελάχιστο
δεδομένο της σύγχρονης ζωής. Πρωταρχικός στόχος κατέστη πλέον η
διατήρηση του πολιτισμού, κυρίως στο πλαίσιο του υλισμού και του
καταναλωτισμού, απότοκο της κυριαρχίας του παγκόσμιου καπιταλισμού, και
του υψηλού επιπέδου διαβίωσης. Έτσι, εξ’ άλλου, εξηγείται και η "μανία"
των Ευρωπαίων καταναλωτών να σπεύδουν μαζικά να αγοράζουν και να
αποθηκεύουν σε περιόδους κρίσεων ή, όπως αποδείχθηκε και προσφάτως, με
την πανδημία του κορονοϊού, όχι τόσο τρόφιμα, όσο τόνους χαρτιών
υγείας, αφού το χαρτί υγείας ναι μεν είναι δείγμα υγιεινής, αλλά για τις
δυτικές κοινωνίες σημαίνει παράλληλα ή, έστω, έχει εντυπωθεί στο
υποσυνείδητό μας, απόδειξη του ότι συνεχίζουμε να διαβιούμε πολιτισμένα ή
σε συνθήκες πολιτισμού, ίσως (για να ελαφρύνουμε και λίγο την
ατμόσφαιρα) και … απότοκο μεταμεσαιωνικού δυτικοευρωπαϊκού συνδρόμου
(κατά το δικό μας κατοχικό σύνδρομο).
Για να σοβαρευτούμε, όμως, επειδή τα δεδομένα που περιγράψαμε ανωτέρω,
ισχύουν πάνω από μισό αιώνα περίπου και επειδή έχουν εμποτιστεί πλέον
στη συνείδηση των δυτικών κοινωνιών ως κεκτημένα και αδιαπράγματευτα,
γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι κοινωνίες αυτές δεν μπορούν να αποδεχθούν
και να "χωνέψουν" καθόλου εύκολα και, ενίοτε αντιδρούν στους
πρωτόγνωρους περιορισμούς που επιβλήθηκαν προσφάτως με αποφάσεις των
εθνικών κυβερνήσεων σε βασικές (και δεδομένες) ατομικές και συλλογικές
ελευθερίες των πολιτών, όπως στην ελεύθερη κυκλοφορία και μετακίνηση,
στην ελεύθερη συνάθροιση κλπ.
Αντιθέτως, για όλους τους παραπάνω λόγους, η έλευση της πανδημίας του
κορονοϊού "δεν έχει να πει απολύτως τίποτε" ούτε στις υποσιτιζόμενες
κοινωνίες της υποσαχάριας Αφρικής ούτε στη μαστιζόμενη εδώ και χρόνια
από τρομερό εμφύλιο πόλεμο και με χιλιάδες θύματα συριακή κοινωνία, οι
οποίες "κοιμούνται και ξυπνούν" καθημερινά με την αβεβαιότητα της
επιβίωσης και με το θάνατο. Είναι κοινωνίες, στις οποίες η ζωή καθ’
εαυτή δεν είναι δεδομένο, αλλά αποδεικνύεται Θείο Δώρο και αποτέλεσμα
συνεχούς αγώνα και πάλης. Είναι κοινωνίες, στις οποίες θεμελιώδεις αξίες
του δυτικού κόσμου, όπως η εξασφάλιση της επιβίωσης, ο σεβασμός της
ζωής, οι ατομικές και συλλογικές ελευθερίες είτε δεν είναι δυνατόν, για
λόγους οικονομικούς και γεωπολιτικούς, να υπάρξουν και γι’ αυτό δεν
υπήρξαν, είτε, αν και υπήρξαν (Συρία), χάθηκαν ξαφνικά…
Ίσως ήρθε η ώρα οι δυτικές κοινωνίες να αφήσουν πίσω τον ατομικισμό
και, στα πλαίσια της ατομικής, πλέον, ευθύνης και της κοινωνικής
αλληλεγγύης, να αναθεωρήσουν τη στάση τους ως προς τη διατήρηση και την
προστασία της ανθρώπινης ζωής, ειδικά, μάλιστα, σε περιόδους κρίσεων ή
επιδημιών, αποδεχόμενες τον περιορισμό των δεδομένων και κεκτημένων
ελευθεριών τους, αλλά ακόμα ενίοτε και την εκχώρηση των δεδομένων και
κεκτημένων δικαιωμάτων τους υπέρ των Κρατών τους.
Ίσως ήρθε η ώρα για ένα νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο.
* Ο κ. Γιώργος Σ. Λουκάς είναι Δικηγόρος
Πηγή: www.capital.gr
|